Ήταν η 20η Απριλίου του 1946, όταν ο Στέλιος Κυριακίδης, που είχε γεννηθεί στην Κύπρο και ζούσε στην Ελλάδα, θριάμβευε στον πιο ξακουστό εκείνη την εποχή αγώνα Μαραθωνίου στον κόσμο, αυτόν της Βοστώνης. Ο άθλος του απέκτησε μεγαλύτερες διαστάσεις, γιατί με την επιτυχία του κατάφερε να συγκεντρώσει πολλά χρήματα αλλά και σημαντικά εφόδια για τον Ελλάδα, που μόλις είχε βγει από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, με ανοιχτές τις πληγές…

Για τον Κυριακίδη, η νίκη στον Μαραθώνιο δεν ήταν ατομικό επίτευγμα αλλά μέρος της προσπάθειας του να βοηθήσει με κάθε τρόπο την Ελλάδα. Διαβάστε την εκπληκτική ιστορία της ζωής ενός Έλληνα που πρέπει να αποτελεί παράδειγμα για όλους!

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Ο Στέλιος Κυριακίδης γεννήθηκε στο χωριό Στατό της Πάφου στις 15 Ιανουαρίου του 1910 και ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειάς του. Τέλειωσε το Δημοτικό στο χωριό του, βοηθώντας τους γονείς του στις γεωργικές και κτηνοτροφικές τους εργασίες. Εκείνη την εποχή το σχολείο περνούσε σε δεύτερη μοίρα και στα 14 του χρόνια, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης της οικογένειας, πήγε στη Λεμεσό για να βρει δουλειά. Χωρίς ιδιαίτερα προσόντα και με περιορισμένες γραμματικές γνώσεις, βρήκε δουλειά σε φούρνο, ενώ εργάστηκε ως γκαρσόνι και ως λαντζέρης σε ξενοδοχείο, υπάλληλος σε μπακάλικο και υπηρέτης σε οικογένεια Βρετανών αποικιακών υπαλλήλων. Η τελευταία του δουλειά αποδείχθηκε και η πολυτιμότερη καθώς άρχισε να τρέφεται καλύτερα ενώ έμαθε και αγγλικά!

Το τρέξιμο μπήκε από πολύ μικρή ηλικία στη ζωή του, καθώς όπως αναφέρουν οι μαρτυρίες, έτρεχε συνέχεια, ενώ με μεγάλη όρεξη δεχόταν να μεταφέρει μηνύματα από το χωριό του, σε άλλα χωριά που απείχαν αρκετά χιλιόμετρα από τον Στατό. Μέχρι τότε συμμετείχε σε σχολικούς αγώνες στην Πάφο, ενώ όταν πήγε στη Λεμεσό συνέχισε τον αθλητισμό σε πιο σωστή βάση. Στην αρχή, γυμναζόταν με την Αθλητική Ένωση Λεμεσού και τελικά από το 1933 έγινε και επίσημα αθλητής του Γυμναστικού Συλλόγου Ολύμπια.

ΟΙ ΔΥΟ AΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΤΟΥ AΛΛΑΞΑΝ ΤΗ ΖΩΗ
Στη Λεμεσό, ο Κυριακίδης έκανε την πρώτη γνωριμία που του άλλαξε κυριολεκτικά τη ζωή. Το 1930 ύστερα από προτροπή της οικογένειας στην οποία εργαζόταν, επισκέφθηκε τον γιατρό Τσέβερτον, για να δει τι συμβαίνει με πόνους που είχε στα πόδια. Ο Βρετανός γιατρός, ο οποίος ήταν και ερασιτέχνης δρομέας, εξετάζοντας την καρδιά του είδε ότι είχε μόνο 40 με 50 παλμούς το λεπτό, γεγονός που τον αναδείκνυε ως ιδανικό δρομέα μεγάλων αποστάσεων. Τον ενθάρρυνε λοιπόν να ξεκινήσει να προπονείται καλύτερα και με πιο σωστό πρόγραμμα, αφού πίστευε ότι είχε τα απαραίτητα προσόντα για να πετύχει.

Με το που βγάζει δελτίο το 1933 και συμμετέχει στους Παγκύπριους Αγώνες, ο Κυριακίδης βγαίνει πρώτος στα 5.000 και 10.000 μέτρα, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για ένα σπουδαίο ταλέντο. Την ίδια χρονιά πάει στην Αθήνα για να πάρει μέρος στους αγώνες πρόκρισης για του Βαλκανικούς και βγαίνει δεύτερος.

Στην επίσκεψη του στην ελληνική πρωτεύουσα γνωρίζει τον Οτο Σίμιτσεκ, που τον είχε φέρει ο ΣΕΓΑΣ το 1929 και του είχε εμπιστευτεί τη θέση του αρχιπροπονητή στίβου. Αυτός ήταν ο δεύτερος άνθρωπος που του άλλαξε τη ζωή! Αντιλήφθηκε αμέσως ότι απέναντι του είχε ένα τεράστιο ταλέντο και του επισήμανε όσα έπρεπε να κάνει. Οι συμβουλές του βοήθησαν αφάνταστα τον Στέλιο, ο οποίος την επόμενη χρονιά στους Παγκύπριους αγώνες τα σαρώνει όλα και κατέκτησε την πρώτη θέση στα 5.000μ, 10.000μ, 15.000μ και 20.000μ. Ο Σίμιτσεκ, που δεν σταμάτησε να παρατηρεί την πορεία του άγνωστου ακόμα Στέλιου, μετά και από αυτές τις επιτυχίες, τον κάλεσε στην Αθήνα και ανέλαβε την προπόνησή του. Στόχος ήταν η προετοιμασία του για τους Βαλκανικούς του 1934 και τους επόμενους Ολυμπιακούς, το 1936 στο Βερολίνο.

Ο Κυριακίδης βρήκε στο πρόσωπο του Σίμιτσεκ τον ιδανικό δάσκαλο και στους Βαλκανικούς του 1934 ήρθε πρώτος στον Μαραθώνιο. Εκείνη την εποχή οι Βαλκανικοί ήταν οι σημαντικότεροι αγώνες για όλους του Έλληνες αθλητές και ουσιαστικά αποτελούσαν το μέσο για την αναγνώριση τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η νίκη του ξεσήκωσε τις διαμαρτυρίες των Γιουγκοσλάβων, που έλεγαν ότι δεν μπορεί ένας Κύπριος να εκπροσωπεί σε διεθνή διοργάνωση την Ελλάδα, από τη στιγμή που η Κύπρος αποτελεί αγγλική αποικία. Οι ισχυρισμοί τους όμως κατέρρευσαν, όταν αποκαλύφθηκε ότι και οι ίδιοι είχαν βάλει στην ομάδα τους, αθλητές από άλλες χώρες.

Από τότε ο Κυριακίδης καθιερώθηκε ως δρομέας παγκόσμιας κλάσης και επιστρέφοντας στην Ελλάδα συνάντησε και φωτογραφήθηκε με το είδωλό του, τον Σπύρο Λούη.

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟΥΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ
Ο Στέλιος Κυριακίδης πλέον είχε γίνει γνωστός και οι Βρετανοί δεν έχασαν την ευκαιρία, καθώς τότε η Κύπρος ήταν αγγλική αποικία. Τον πλησίασαν και του ζήτησαν να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου με τη δική τους ομάδα. Ο Κυριακίδης απάντησε αμέσως αρνητικά, καθώς δεν ήθελε να ταυτιστεί με το λαό που στη συνείδηση των Κυπρίων εκείνα τα χρόνια, ήταν ο δυνάστης τους, με το Νησί να παραμένει ακόμα αποικία τους…

Στην Αθήνα ήδη τον είχαν βοηθήσει να βρει δουλειά στην Ηλεκτρική Εταιρεία – την τότε ΔΕΗ – και μετρούσε την κατανάλωση του ρεύματος επιβλέποντας τα ρολόγια στο Χαλάνδρι, ενώ εισέπραττε και λογαριασμούς. Στο Βερολίνο, ταξίδεψε ως μέλος της Εθνικής ομάδας της Ελλάδας και τερμάτισε 11ος στον Μαραθώνιο με νέα ατομική επίδοση 2:43.20!

Η πρώτη του απόπειρα στο Μαραθώνιο της Βοστώνης έγινε το 1938, αλλά έκανε το λάθος να φορέσει ολοκαίνουργια παπούτσια χωρίς κάλτσες, με αποτέλεσμα αυτά να τον χτυπήσουν και τελικά να εγκαταλείψει τον αγώνα με φρικτούς πόνους! Ωστόσο, από τότε είχε βάλει για τα καλά στο μυαλό του, να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες και να κερδίσει τον αγώνα.

Συνολικά ως μέλος της ελληνικής εθνικής ομάδας κέρδισε από το 1930 μέχρι το 1939, 10 πρώτες νίκες σε Πανελλήνιους Αγώνες, ενώ αναδείχθηκε νικητής 6 φορές σε Βαλκανικούς (4 σε μαραθώνιο και 2 στα 10.000μ). Ήταν φανερό ότι ο Κυριακίδης δεν ήταν απλά ένα ταλέντο που ωρίμαζε, αλλά πλέον ήταν ένας σπουδαίος αθλητής!

ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Ωστόσο, όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια ο Θεός γελάει, όπως γέλασε και με τον Κυριακίδη. Ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος και η γερμανική κατοχή στην Ελλάδα, επέδρασαν καθοριστικά στη ζωή του λόγω ιδιοσυγκρασίας. Ο Στέλιος Κυριακίδης δεν είχε πλέον όρεξη για αθλητισμό με όσα συνέβαιναν γύρο του και το 1940 πήρε τη μεγάλη απόφαση να σταματήσει να τρέχει, επηρεασμένος από το θάνατο της γυναίκας τους, της Φανουρίας, την οποία είχε παντρευτεί το 1939, άλλα έφυγε από τη ζωή ένα χρόνο αργότερα από τέτανο, κυοφορώντας το παιδί τους!

Σε ηλικία 30 ετών, ο Κυριακίδης ένιωθε ότι έπρεπε να τα παρατήσει. Ηταν ένας άνθρωπος που δεν έτρεχε για τον εαυτό του αλλά πάντα ήθελε να συνεισφέρει στον εκάστοτε εθνικό σκοπό και να φέρει επιτυχίες που θα χαροποιούσαν Ελληνες και Κύπριους. Όπως είχε διαμορφωθεί η ζωή στην Ελλάδα, ένιωθε ότι δεν είχε κανένα νόημα να συνεχίσει να κάνει αυτό που αγαπούσε και τα παράτησε όλα. Και σα να μην φτάνει αυτό, κατά τη διάρκεια της Κατοχής τον συνέλαβαν οι Γερμανοί, καθώς όπως ο ίδιος είχε ομολογήσει, βοηθούσε κρυφά κάποιες αντιστασιακές ομάδες. Ωστόσο, δείχνοντας στους κατακτητές τη διαπίστευση που του είχε δοθεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, οι Γερμανοί τον άφησαν ελεύθερο, ενώ σύμφωνα με όσα είχε γράψει ο Τύπος, οι υπόλοιποι που συνελήφθησαν μαζί του το 1943 στην Αθήνα, φέρεται να εκτελέστηκαν.

Για τα προβλήματα με τους Γερμανούς, ο γιος του Δημήτρης Κυριακίδης έχει πει: «Μια άλλη φορά, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στο σπίτι μας, βρήκαν ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Στην πρώτη σελίδα ήταν ο Χίτλερ.“Χάιλ Χίτλερ!” είπαν και εξαφανίστηκαν. Έτσι δόθηκε εντολή να μην πηγαίνει κανείς στο σπίτι του Κυριακίδη. Από τότε ο πατέρας μου έκρυβε στο υπόγειό μας τους συμμάχους που έπεφταν με τα αλεξίπτωτα και έφευγαν αργότερα στην Αίγυπτο».

Μοναδική αχτίδα ελπίδας τα σκοτεινά εκείνα χρόνια, ήταν αρχικά η γνωριμία, μετά ο έρωτας και τελικά ο γάμος το 1941, με την όμορφη Ιφιγένεια, τη γυναίκα που θα τον συντρόφευε στην υπόλοιπη του ζωή. Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά, την Ελένη, τον Δημήτρη και τη Μαρία.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ
Το τέλος της Κατοχής τον βρήκε εμφανώς αδύνατο και ταλαιπωρημένο από τις κακουχίες που πέρασε. Στο μυαλό του, όμως, δεν υπήρχε καμία άλλη σκέψη, εκτός από την επιστροφή στον αθλητισμό, καθώς ήθελε να βοηθήσει μέσω των επιτυχιών του, τους Ελληνες στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Η γερμανική Κατοχή και ο 2ος Παγκόσμιας Πόλεμος είχαν διαλύσει τη χώρα. Αντιλήφθηκε αμέσως ότι θα μπορούσε να βοηθήσει κάνοντας αυτό που ξέρει καλύτερα, να τρέξει δηλαδή στον Μαραθώνιο της Βοστώνης, τον πιο ξακουστό αγώνα εκείνης της εποχής. Ο ίδιος έλεγε: «έχω δει ανθρώπους να πεθαίνουν, έχω δει αθλητές να πεθαίνουν γιατί δεν είχαν την κατάλληλη διατροφή και τα φάρμακα που χρειάζονταν. Θα το λέω όπου σταθώ κι όπου βρεθώ. Μέρα ή νύκτα, δεν έχει σημασία. Δεν θα κοιμάμαι αν αυτό θα βοηθήσει. Περισσότερο και από τη νίκη επιθυμώ να επιστρέψω στην πατρίδα μου μ’ ένα καράβι γεμάτο τρόφιμα, φάρμακα, ρουχισμό, ακόμα και αθλητικό εξοπλισμό για τους νέους».

Οι πρώτες δυσκολίες προέκυψαν όταν ο ΣΕΓΑΣ δήλωσε αδυναμία να ταχυδρομήσει την απαραίτητη βεβαίωση, με την οποία πιστοποιούνταν ότι ο Κυριακίδης ήταν ερασιτέχνης αθλητής, καθώς δεν υπήρχαν χρήματα ούτε για γραμματόσημα! Επόμενο πρόβλημα προέκυψε με τη βίζα του. Η απάντηση της αμερικανικής πρεσβείας τον απογοήτευσε, καθώς βίζα χορηγούνταν μόνο σε Αμερικανούς υπηκόους, αλλά ο Κυριακίδης εκμεταλλεύτηκε τη γνωριμία του με τον Αμερικανό πρόξενο κι αφού εξασφάλισε και την απαραίτητη ενυπόγραφη συγκατάθεση της συζύγου του, απόκτησε την πολυπόθητη βίζα. Σύντομα όμως ήρθε αντιμέτωπος και με νέο πρόβλημα. Συνειδητοποίησε ότι αν ταξίδευε με πλοίο, θα έχανε πολλές προπονήσεις, ενώ δεν αποκλείεται να έχανε ακόμα και τον αγώνα. Ετσι κατάλαβε ότι έπρεπε να ταξιδέψει αεροπορικώς από το Παρίσι, αλλά το απαραίτητο ποσό ήταν τεράστιο για την εποχή εκείνη και έφτανε τα 575 δολάρια, όταν ο μισθός του ήταν μόλις 50 δολάρια.

Στην αρχή σκέφτηκε να πουλήσει κάποια έπιπλα του σπιτιού του, μεταξύ των οποίων την κουζίνα, αλλά η σύζυγος του, δεν του το επέτρεψε! Τελικά έδωσε κάποια μικρότερης σημασίας, ενώ τη μεγαλύτερη βοήθεια την πήρε από την Εταιρεία Ηλεκτρισμού, η οποία του έδωσε 1.000 δολάρια βοήθεια, μετά από πολλά παρακάλια. Στις 4 Απριλίου 1946, σε ηλικία 36 ετών, επιβιβάστηκε για πρώτη φορά στη ζωή του σε αεροπλάνο, για να πετάξει για την Αμερική.

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΜΑΡΑΘΩΝΙΟ
Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στη Βοστώνη, οι ομογενείς τον αγκάλιασαν. Ήξεραν ποιος είναι και πόσο σπουδαίος αθλητής ήταν και στάθηκαν αμέσως δίπλα του. Ο αστικός μύθος θέλει έναν εκ των μαγείρων του ξενοδοχείου όπου διέμενε να είναι Έλληνας και να κάνει τα πάντα για να τον δυναμώσει. Πήρε πέντε κιλά μέσα σε λίγες ημέρες, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για τους γιατρούς του αγώνα που τον έβαλαν να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση, πως είναι απόλυτα ενήμερος για τους κινδύνους, αναλαμβάνοντας όλη την ευθύνη για ότι του συμβεί! Κανείς δεν πίστευε ότι ο ξερακιανός και καταβεβλημένος Ελληνας θα κατάφερνε να τερματίσει.

Η εκκίνηση του αγώνα δόθηκε στις 12 το μεσημέρι της 20ής Απριλίου του 1946. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, ο Κυριακίδης που είχε το νούμερο 77, κρατούσε στο χέρι του διπλωμένο ένα χαρτάκι που του έδωσε κάποιος πριν τον αγώνα, με την υπόσχεση να το διαβάσει αφού θα ξεκινούσε. Το χαρτάκι έγραφε από τη μια πλευρά «Ή ταν ή επί τας» κι από την άλλη «Νενικήκαμεν»!

Μέχρι το μέσο της διαδρομής έτρεχε συντηρητικά επειδή είχε αποφασίσει να κρατήσει δυνάμεις για τη συνέχεια. Από τα μισά και μετά ανέβασε ρυθμό και άρχισε να προσπερνά το έναν αθλητή, μετά τον άλλο και έφτασε κάποια στιγμή να έχει μπροστά του, μόνο το μεγάλο φαβορί, τον Αμερικανό Κέλι που είχε στη φανέλα το νούμερο 1, νικητή της περασμένης χρονιάς! Και λίγο πριν τον τερματισμό, στο 40ο χιλιόμετρο, τον πέρασε κι αυτόν, φτάνοντας σε έναν ανεπανάληπτο θρίαμβο με χρόνο 2 ώρες 29 λεπτά και 27 δευτερόλεπτα, ο οποίος αποτελούσε πανευρωπαϊκή επίδοση και καλύτερη επίδοση της χρονιάς στον κόσμο! Tερματίζοντας, ο Κυριακίδης φώναξε: «For Greece, ενώ ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο γεγονός ότι συμβουλευόταν συνεχώς το ρολόι του για να υπολογίζει τα περάσματα του, κάτι που ως τότε δεν είχε εφαρμόσει κανείς άλλος αθλητής και μετά καθιερώθηκε απ’ όλους!

Μια από τις πρώτες ερωτήσεις που δέχθηκε ο Κυριακίδης μετά τον θρίαμβο του ήταν: «Τι θα ήθελες να κάνουμε για σένα;». Ο Κυριακίδης, απαντώντας λακωνικά, είπε: «Για μένα τίποτα. Μόνο για την Ελλάδα», ενώ δεν παρέλειπε να λέει σε όσους πήγαιναν να τον συγχαρούν: «Σας παρακαλώ, μην ξεχάσετε τη χώρα μου». Ο μεγάλος του αντίπαλος, Τζόνι Κέλι σε μια επίδειξη ευγενούς άμιλλας, όταν ρωτήθηκε γιατί δεν κατάφερε να κερδίσει τον αγώνα, είπε: «Πώς θα μπορούσα να κερδίσω ποτέ έναν τέτοιον αθλητή; Εγώ έτρεχα για τον εαυτό μου κι αυτός για μια ολόκληρη πατρίδα». Ο Στέλιος Κυριακίδης, δεν παρέλειψε να ενημερώσει την Ηλεκτρική Εταιρεία, με τα χρήματα της οποίας βρέθηκε στην Αμερική, με ένα τηλεγράφημα: «Ενίκησα με δεύτερον τον Κέλι και τρίτον τον Κοτέ. Αγών σκληρός. Ευτυχής διότι ενίκησα».

Η ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛAΔΑ
Ο Στέλιος Κυριακίδης αμέσως μετά τον θρίαμβο του, άρχισε να βάζει σε εφαρμογή το σχέδιο του να βοηθήσει την Ελλάδα. Μένοντας πιστός στην υπόσχεσή του, δημοσιοποίησε μέσα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης την κατάσταση στην Ελλάδα, τον Εμφύλιο, τη φτώχεια, απευθυνόμενος στα φιλανθρωπικά συναισθήματα τόσο της ελληνικής ομογένειας, όσο και της αμερικανικής κοινωνίας. Μάλιστα, όταν συνάντησε τον Χάρι Τρούμαν, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ του είπε: «Εσύ, παιδί μου, είσαι άξιος συγχαρητηρίων. Για πες μου. Τι θες να κάνω για σένα; Θες ρούχα; Τρόφιμα να δυναμώσεις; Χρήματα; Ό,τι θες από μένα» και ο Κυριακίδης του απάντησε:

Σας ευχαριστώ, Πρόεδρε. Δεν θέλω τίποτα για εμένα. Το μόνο που ζητώ, κύριε Τρούμαν, είναι να στείλετε ρούχα και τρόφιμα στα 7 εκατομμύρια Έλληνες που λιμοκτονούν. Αυτό ζητάω. Να βοηθήσετε τον λαό μου που υποφέρει.

Αυτό που έγινε μετά ήταν απίστευτο. Όλοι συγκινήθηκαν από την προσπάθεια του Κυριακίδη και από τις παραινέσεις του για βοήθεια και δραστηριοποιήθηκαν. Από δωρεές των Αμερικάνων μαζεύτηκαν τόνοι από τρόφιμα, φάρμακα, κουβέρτες που μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα με δύο καράβια, με τη συνδρομή της οικογένειας Λιβανού. Ήταν το «Πακέτο Κυριακίδη», όπως ονομάστηκε η βοήθεια του. Συγκεντρώθηκαν, επίσης, 250.000 δολάρια για να δοθούν στους ταλαιπωρημένους Έλληνες από την Κατοχή και τον Εμφύλιο! Ποσό τεράστιο για την εποχή που πραγματικά ανακούφισε τους Έλληνες.

Ολα αυτά είχαν μαθευτεί φυσικά στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα έναν μήνα αργότερα, στις 23 Μαϊου που επέστρεψε στην Αθήνα, να πέσουν τα… τείχη για την υποδοχή του. Σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι τον περίμεναν για να τον αποθεώσουν, όταν πάτησε και πάλι το πόδι του στην Ελλάδα. Η μεγαλειώδης πομπή, ξεκίνησε από το αεροδρόμιο, πέρασε από τον Άγνωστο Στρατιώτη, τη Βουλή των Ελλήνων και το Δημαρχείο Αθηναίων. Η επίσημη τελετή έγινε στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Κυριακίδης μίλησε με λόγια συγκινητικά, που έφεραν δάκρυα σε όσους τον ακούσανε. Ένα κορίτσι του προσέφερε μιαν ανθοδέσμη εκ μέρους του σχολείου της. Ο Κυριακίδης την ευχαρίστησε και ξέσπασε σε κλάματα, ενώ σε κάθε στιγμή δεν σταμάτησε να δηλώνει: «Είμαι υπερήφανος που είμαι Έλλην». Είναι χαρακτηριστικό, ότι χρειάστηκε οκτώ ώρες για να φτάσει έως το σπίτι του στη Φιλοθέη. Για πρώτη φορά μάλιστα, μετά την Κατοχή, φωταγωγήθηκε προς τιμήν του και η Ακρόπολη.

Αυτός λοιπόν ήταν ο Στέλιος Κυριακίδης, ένας σπουδαίος Έλληνας που τίμησε με το παραπάνω, τόσο την Ελλάδα, όσο και την Κύπρο! Μέχρι το τέλος της ζωής του, δεν σταμάτησε να ασχολείται με τον αθλητισμό, πότε ως προπονητής και πότε ως παράγοντας. πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου του 1987, στη Αθήνα και ετάφη στον Πύργο Κορινθίας, όπου είχε το εξοχικό του.

Πηγή: Gazzetta.gr